Page 1ACTA LINGUISTICA LITHUANICA
XLVIII (2003), 19 – 34
«Nešinas, vedinas, tekìnas»
BERND GLIWA
Sargeliai
Το άρθρο εξετάζει λιθουανικές λέξεις του τύπου nešinas, vedinas, tekìnas. Αν και αυτά τα στοιχεία κατατάσσονταν συνήθως στα επίθετα, αποδεικνύεται ότι η συντακτική τους χρήση τεκμηριώνει την ερμηνεία τους ως μετοχών. Συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι ημιμετοχές nešdamas, vesdamas, *tekdamas, με μία διαφορά: τύποι όπως το nešinas χρησιμοποιούνται με οργανική πτώση.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ1
Το ερώτημα πώς ονομάζεται η μετοχή του τύπου nešinas, vedinas, tekìnas δεν βρίσκει απάντηση στο κεφάλαιο για τα ρήματα της λιθουανικής γραμματικής (Ulvy das, Hrsg., 1971: 7–424). Αντί γι’ αυτό, στην ενότητα για τα επίθετα υπάρχει η σύντομη καταχώριση: «Veiksmažodiniai priesagos -inas būdvardžiai dabar siaurai vartojami, pasitaiko tik atskiruose posakiuose ir žemaičių tarmėje su draugės įnagininku, pvz.: atlekia bėginas, eina žąsimis gėninas, žąsies sparnu nešinas, bėga skūbinas, skuba tekìnas, eina vārinas dviračių» (Ulvy das, Hrsg., 1965: 564, §968 c). Στον τόμο για τη σύνταξη υπάρχουν περαιτέρω σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με τη σύνδεση «επιθέτων» του τύπου nešinas, vedinas με αντικείμενο σε οργανική πτώση (Ulvy das, Hrsg., 1976: 243, §425).
Απροσδόκητη είναι η ταξινόμησή τους ως επιθέτων, η οποία διατηρείται, ωστόσο, και για μεμονωμένες λέξεις αυτού του τύπου στο ακαδημαϊκό λεξικό: vėdinas (LKŽXVIII 479), tėkinas (LKŽXV 1121), nešinas (LKŽVII 706) κ.ά. Αυτό προκαλεί έκπληξη, καθώς διακεκριμένοι γλωσσολόγοι είχαν ήδη επισημάνει ότι είναι σκόπιμο να θεωρούνται οι αντίστοιχες λέξεις μετοχές (Būga 1959: 114–115; Zinkevičius 1966: 385–386). Η Lietuvių kalbos gramatika δεν συζητά αυτή τη θέση.
Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστεί σε ποιο μέρος του λόγου πρέπει τελικά να ενταχθούν τα nešinas, vedinas, tekìnas. Επιπλέον, αμφισβητείται ο ισχυρισμός ότι απαντούν αποκλειστικά στη δυτική λιθουανική γλωσσική περιοχή (Ulvy das, Hrsg., 1976: 243; Zinkevičius 1966: 385) και παρατίθενται σχετικά παραδείγματα από τις ανατολικές λιθουανικές διαλέκτους. Παράλληλα, εξετάζεται εν συντομία η εναλλακτική χρήση με αντικείμενο σε οργανική ή αιτιατική πτώση, καθώς και η ευρέως διαδεδομένη επιρρηματική χρήση, με προσαρμογή στη μορφολογική εμφάνιση των επιρρημάτων. Ορισμένες προτάσεις αφιερώνονται στο ζήτημα της προέλευσης του τύπου της λέξης και των πιθανών ινδοευρωπαϊκών συγγενών της.
1 Ευχαριστώ τον καθηγητή A. Holvoet (Vilnius) για τα χρήσιμα σχόλια σχετικά με το θέμα, καθώς και για τη βοήθειά του στην εξεύρεση βιβλιογραφίας, και τον κ. K. Grikša (Žaiginys) για την άδεια να χρησιμοποιήσω την ιδιωτική του βιβλιοθήκη.
Page 220 |
BERND GLIWA
2. ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Η ταξινόμηση των λέξεων σε μέρη του λόγου είναι ένα εγχείρημα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο. Οι τυπικές προσεγγίσεις αποτυγχάνουν ιδίως λόγω της ποικιλομορφίας των γλωσσών και της τοπικής παράδοσης ταξινόμησης σε μια δεδομένη γλώσσα. Η διαίρεση σε μέρη του λόγου είναι ένα δυνατό και συχνά χρήσιμο μέτρο, αλλά σε καμία περίπτωση μια καθολική αρχή που πρέπει να διέπει εκ των προτέρων μια φυσική ή τυπική γλώσσα. Γενικά, είναι δύσκολο να διατυπωθούν κανόνες βάσει των οποίων να μπορεί κανείς να κατατάξει με σαφήνεια μια λέξη σε ένα μέρος του λόγου. Η Lietuvių kalbos gramatika περιγράφει το επίθετο ως εξής: „Būdvardžiais vadinami žodžiai, kurie reiškia daikto ypatybę ir yra suderinti su pažymimuoju žodžiu gimine, skaičiumi bei linksniu“ (Ulvydas, Hrsg., 1965: 474). Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, αυτή η περιγραφή, που δύσκολα μπορεί να αποκληθεί ορισμός, καλύπτει και τις μετοχές.
Εξαιτίας αυτών των δυσκολιών στον ορισμό, γενικά αποφεύγεται να θεωρούνται οι μετοχές αυτοτελές μέρος του λόγου και χαρακτηρίζονται ως υβριδική μορφή, η οποία ανήκει σημασιολογικά στα ρήματα: «άκλιτος ρηματικός τύπος [...] που ανήκει μεν στο κλιτικό σύστημα του ρήματος, αλλά κλίνεται όπως ένα επίθετο» (π.χ. Conrad 1978: 192). Παρόμοια, η Lietuvių kalbos gramatika: „Dalyviai yra iš veiksmažodžių kamienų daromos linksniuojamos formos, turinčios veiksmažodžių ir būdvardžių ypatybių“ (Ulvydas, Hrsg., 1971: 311). Επιπλέον, υπάρχουν και τα ημιμετοχικά pusdal yvis και padalyvis, τα οποία, με τη σειρά τους, δεν κατατάσσονται στις μετοχές, επειδή δεν κλίνονται (Ulvydas, Hrsg., 1971: 375, 384).
Εδώ τίθεται το πολύ συγκεκριμένο ερώτημα αν τα nešinas, vedinas, tekina πρέπει, σύμφωνα με τις συνήθεις ταξινομήσεις, να θεωρούνται επίθετα, μετοχές ή ημιμετοχές.
Ας προσπαθήσει κανείς, στις σύντομες φράσεις που παραθέτει ως παραδείγματα η Lietuvių kalbos gramatika, να αντικαταστήσει τους αντίστοιχους τύπους με ένα επίθετο παρόμοιας σημασίας: το bėga skūbinas δίνει πιθανά συνώνυμα τα bėga greitai, bėga skubėdamas, αλλά η αντικατάσταση με επίθετο, *bėga greitas, δεν είναι δυνατή. Η σύνδεση του επιθέτου greitas θα ήταν δυνατή εδώ μόνο αν σχηματιζόταν συντακτική ενότητα με την επόμενη λέξη: bėga greitas žmogus, bėga greitasis, bėga skubantysis, αλλά αυτό είναι εντελώς διαφορετικό. Η παρατήρηση αυτή καθιστά ήδη σαφές ότι η κατηγορία λέξεων πρέπει μάλλον να ενταχθεί στα επιρρήματα (greitai) ή ακόμη και στις ημιμετοχές (pusdal yvis: skubėdamas). Για να αποφευχθούν παρερμηνείες που θα μπορούσαν να προκύψουν από φράσεις αποκομμένες από τα συμφραζόμενά τους, οι επίμαχες λέξεις πρέπει να εξεταστούν μέσα σε πλήρεις προτάσεις ή τουλάχιστον σε ολοκληρωμένες συντακτικές δομές. Τα παραδείγματα προέρχονται από διάφορα έργα της λογοτεχνίας και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, από τον προφορικό λόγο. Φυσικά, είναι δυνατό να παρατεθεί μόνο μια επιλογή.
(1) Atsiranda šeimininkė, kibiru geralo nešina («Εμφανίζεται η νοικοκυρά, κουβαλώντας έναν κουβά με ζωοτροφή»).
Στο (1) θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το nešina επίθετο, αν ήταν δυνατή η ακόλουθη πρόταση:
Page 3Nešinas, vedinas, tekinas
21
(1a) * Atsiranda nešina šeimininkė.
Ωστόσο, αυτό εμποδίζεται από τη σύνδεση του nešina με το αντικείμενο σε οργανική πτώση kibiru, καθώς και από το γεγονός ότι ο επίμαχος τύπος βρίσκεται σε δευτερεύουσα πρόταση. Θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να εξηγήσει την απόσταση ανάμεσα στο šeimininkė και το nešina ως κατηγορηματική κατασκευή: όπως στο (1b), με τρόπο που να προκύπτουν δύο κύριες προτάσεις, ή όπως στο (1c), με την ίδια διάκριση κύριας και δευτερεύουσας πρότασης. Ωστόσο, τα πρόσθετα στοιχεία που θα απαιτούνταν γι’ αυτό απουσιάζουν από όλα τα παραδείγματα.
(1b) * Šeimininkė yra (buvo, atrodo) nešina ir atsiranda. (1c) * Šeimininkė, kuri yra nešina, atsiranda.
Θα μπορούσε κανείς να αναδιατυπώσει την πρόταση με παρόμοιο νόημα, χρησιμοποιώντας ενεστώτα ενεργητική μετοχή:
(1d) Atsiranda {kibirą gėralo nešanti} šeimininkė.
Στον Katkus, όμως, αντί για την ενσωμάτωση στην κύρια πρόταση, συναντάμε μια δευτερεύουσα πρόταση, η οποία έχει περίπου την εξής μορφή:
(1e) Atsiranda šeimininkė, nešdama kibirą gėralo.
Σε αντίθεση με το αρχικό παράδειγμα (1), εδώ το αντικείμενο της ενέργειας βρίσκεται σε αιτιατική πτώση. Πράγματι, η χρήση της οργανικής πτώσης είναι απροσδόκητη, καθώς το nešti κανονικά χρησιμοποιείται με αιτιατική. Ενώ για ορισμένα συγκεκριμένα επίθετα (gausus, gyvas, laimingas, skolingas, ginkluotas, kaltas) αναφέρεται σαφώς αιτιολογημένη χρήση σε συνδυασμό με αντικείμενα σε οργανική πτώση:
(2) Ne vien duona žmogus gyvas J. JABL. («Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί»); (3) Vienu auksinu palikau aš tamstai skolingas OB, (Ul vydas, Hrsg., 1976: 242) («Σας έμεινα χρεωμένος ένα γκούλντεν»).
η οποία αναμφίβολα συνάδει με τη σημασιολογία των αντίστοιχων λέξεων και τη διαταξική συγγένειά τους, όπως δείχνει η δυνατή πρόταση Ne vien duona žmogus gyvena «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί», αποδίδεται γενικά, δηλαδή δομικά, στα λόγια του τύπου nešinas χρήση με οργανική πτώση (Ul vydas, Hrsg., 1976: 243). Αυτό θα μπορούσε, φυσικά, να σχετίζεται και με το γεγονός ότι όλες οι λέξεις του τύπου nešinas, velkinas, skubinas, varinas κ.λπ. αναφέρονται σε συγκεκριμένα, κατά κανόνα σύνθετα, είδη κίνησης, οπότε η δομική χρήση με την οργανική πτώση θα αντιστοιχούσε σε σημασιολογική χρήση. Ωστόσο, αντίθετα σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι τα ρήματα από τα οποία προέρχονται δεν απαιτούν, σε αντίθεση με τα προηγούμενα παραδείγματα, την οργανική πτώση. Άρα, η οργανική πτώση απορρέει από τη συντακτική χρήση και όχι από τη σθένεια της συγκεκριμένης λέξης.
Page 422 |
B E R N D G L I W A
Από τα (1d) και (1e) μπορούσε ήδη να διαπιστώσει κανείς ότι η απόδοση του νοήματος με μετοχή (ενεργ. ενεστ.) ή με ημιμετοχή είναι δυνατή, με την ημιμετοχή να διατηρεί καλύτερα τη συντακτική κατασκευή· και στις δύο περιπτώσεις, μόνο η οργανική πτώση του αντικειμένου αντικαθίσταται από αιτιατική. Από σημασιολογική άποψη, φαίνεται εύλογο να θεωρήσουμε τα nešinas, velkinas, skubinas ενέργειες και όχι ιδιότητες. Όπως βλέπουμε, εξασφαλίζεται συμφωνία ως προς τον αριθμό και το γένος με την αναφερόμενη λέξη.
(4) Atjojo totorius, vedinas dar trimis žirgais (Kunčinas 1991: 174). «Ο Τάταρος έφτασε έφιππος, οδηγώντας μαζί του τρία άλογα».
(5) Grigienė grįžo, pieno ąsočiu nešina V. Krėv. (LKŽVIII 706). «Η Γκριγκιένε επέστρεψε κουβαλώντας μια κανάτα γάλα».
(6) Tai brolis tik suriko: „bėgam!“, ir mes tik tękinį užlėkiam už kampą svirmo (Šeškauskas, I). «Ο αδελφός φώναξε μόνο: “φύγαμε!”, κι εμείς τρέξαμε βιαστικά γύρω από τη γωνία της αποθήκης».
Δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα αν γίνεται κλίση, διότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις η λέξη αναφοράς είναι το υποκείμενο της πρότασης. Μια σπάνια εξαίρεση:
(7) Liepė ateiti su liudytojais vedinam Dauk. (LKŽXVIII 480). «(Κάποιος) διέταξε να έρθουν έχοντας μαζί τους μάρτυρες».
Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των παραδειγμάτων δείχνει ότι η κανονική χρήση είναι άκλιτη. Έτσι θα γινόταν ακόμη σαφέστερη η συγγένεια με τις ημιμετοχές nešdamas, vesdamas, καθώς και αυτές συμφωνούν ως προς το γένος και τον αριθμό με τη λέξη αναφοράς, αλλά δεν κλίνονται (σπάνιες εξαιρέσεις στο Ulvydas, Hrsg., 1971: 378, §615), επειδή αναφέρονται αποκλειστικά στο υποκείμενο της πρότασης. Η σχεδόν αποκλειστική χρήση στην ονομαστική δεν προσφέρεται για να στηρίξει τη θέση ότι πρόκειται για επίθετο. Ο Jablonskis αντιτίθεται έντονα στην κατάταξή τους ως μετοχών και αποκαλεί τις εξεταζόμενες μορφές «απλά επίθετα». Παραθέτει μάλιστα διάφορα επιχειρήματα: στη φράση
(8) Piemuo eina žąsimis geninas. «Ο βοσκός προχωρά οδηγώντας τις χήνες».
λείπει το αντίστοιχο *jis eina žąsis geninas, το οποίο θα έπρεπε να παρέχει μια ενεργητική μετοχή διατηρώντας τη σθένεια του ρήματος· μια παθητική μετοχή θα απαιτούσε το υποκείμενο της ενέργειας στη γενική (Jablonskis 1957: 302–303, §171). Ωστόσο, αφού ούτε η έκφραση *jis eina žąsimis [greitas] χρησιμοποιείται, ο Jablonskis ουσιαστικά αποδέχεται και εδώ αποκλίσεις από τον κανόνα. Αν παρ’ όλα αυτά γίνεται αποδεκτή μια τέτοια απόκλιση, γιατί να ακολουθήσουμε έμμεσες οδούς; Από πραγματολογική άποψη, συναντά κανείς προτάσεις του τύπου (8), στις οποίες το geninas κ.λπ. δηλώνει ενέργεια και, επομένως, μπορεί να ενταχθεί σε ένα ρηματικό παράδειγμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι λέξεις
Page 5Nešinas, vedinas, tekines
| 23
πρέπει να αντιμετωπίζονται ανάλογα με τη μορφή -inas· αυτό ισχύει μόνο όταν συμπίπτει και η ίδια συντακτική χρήση. Υπό αυτή την έννοια, ο Jablonskis έχει δίκιο ότι το kupinas στο
(9) Pūrą kupiną davė (= su kaupu) (Jablonskis 1957: 303). «[Αυτός, αυτή, κάποιος] έδωσε ένα γεμάτο μόδιο (=με το παραπάνω)’»
είναι επίθετο, καθώς συντακτικά λειτουργεί όπως ένα επίθετο. Ωστόσο, με το έμμεσο συμπέρασμα ότι, αφού το kupinas είναι επίθετο, και το geninas πρέπει να είναι επίθετο, σφάλλει εντελώς. Αυτό θα ισοδυναμούσε με τον ισχυρισμό ότι, αφού το kupinas είναι επίθετο, πρέπει επίσης να είναι επίθετα τα katinas «γάτος», Velinas «θεότητα», žirgnas «αρσενική ταξιανθία σκλήθρας, σημύδας» — κάτι που προφανώς είναι εσφαλμένο. Η απλή εμφάνιση ενός μορφήματος δεν αρκεί γενικά για να επιτρέψει την ταξινόμηση ως προς το μέρος του λόγου.
Το ότι το υποκείμενο θέμα ποικίλλει κατά τον σχηματισμό των υπό συζήτηση τύπων —το geninas από το θέμα του ενεστώτα, το sklidinas από το θέμα των παρελθοντικών τύπων και το kupinas όχι καν από ρηματικούς τύπους (Jablonskis 1957: 303)— μπορεί, αφενός, να οφείλεται στο ότι πρόκειται για τύπους διαφορετικής προέλευσης. Αφετέρου, η συντακτική χρήση, πέρα από τις ετυμολογικές θεωρήσεις, υποδηλώνει ότι ο σχηματισμός των τύπων είναι αρκετά παλαιός και ότι η βάση ενδέχεται να έχει χαθεί (πρβλ. tek inas παρακάτω). Έτσι, ούτε αυτό το επιχείρημα του Jablonskis ευσταθεί, καθώς άλλωστε επιχειρηματολογούσε συνήθως από συγχρονική σκοπιά.
Ο Būga είχε συγκρίνει τα (10) και (11):
(10) Eiti motyna vaikais vedina. «Η μητέρα πηγαίνει οδηγώντας τα παιδιά».
(11) Pūdymas jaučiais ariamas. «Η αγρανάπαυση οργώνεται με βόδια»
ως επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι «και τα vedinas, nešinas, velkinas, varinas, geninas, palikinas, gametinas είναι μετοχές, τις οποίες δεν θα πρέπει να αποκαλούμε με άλλες ονομασίες» (Būga 1959: 114). Πιθανώς οδηγήθηκε σε αυτό από τη χρήση της οργανικής πτώσης στα προαναφερθέντα παραδείγματα, τα οποία, ωστόσο, δεν είναι λειτουργικά αντίστοιχα μεταξύ τους. Εξίσου παραπλανητική είναι και η σύγκριση με την παθητική μετοχή āriamas. Παρ’ όλα αυτά, ο Būga δεν καταλήγει στο ότι πρόκειται για μετοχές: «Išveiksmažodiniai būdvardžiai, arba dalyviai...» (Būga 1959: 115), ούτε συζητά ποιες συγκεκριμένα μετοχές θα μπορούσαν να είναι.
Παραπέμποντας σε παραδείγματα από τη σοβιετική λιθουανική λογοτεχνία Lenino idėjų vedini, mes drąsiai žengiame..., ο Tarvydas παρατηρεί ότι εδώ το vedini χρησιμοποιήθηκε στη θέση της παθητικής μετοχής vedami. Συνεχίζει εξηγώντας ότι τα vedinas, nešinas δεν είναι παθητικές μετοχές και, επιπλέον, η χρήση τους με γενική δεν αντιστοιχεί στη συνήθη χρήση τους με οργανική. Στον τίτλο, ο Tarvydas κάνει επίσης λόγο για απορηματικά επίθετα (Tarvydas 1961: 43–44).
Ούτε ο Zinkevičius προσδιορίζει συγκεκριμένα για ποια μετοχή θα μπορούσε να πρόκειται, αλλά στα μεταγλωσσικά «μεταφράσματα» των (12) και (13):
Page 624 |
Bernd Gliwa
(12) eit(a) kojomis velkinas «περπατά σέρνοντας τα πόδια» = (12 a) eina kojas vilkdamas «περπατά σέρνοντας τα πόδια»·
(13) pradūriau gumą ir gavau varinas eiti «τρύπησα το λάστιχο και αναγκάστηκα να πάω σπρώχνοντας» = (13 a) pradūriau dviračio padangą ir turėjau eiti stumdamas «τρύπησα το λάστιχο του ποδηλάτου και έπρεπε να πάω σπρώχνοντας»
Επιλέγει το ημιμετοχικό τύπο (pusdal yvis) για την απόδοση του πραγματικού γεγονότος και τονίζει ότι δεν πρόκειται για παθητικές μετοχές, όπως θα μπορούσαν να υποδηλώνουν οι παρατηρήσεις του Būga. Παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποιεί τον όρο «veiksmažodinis būdvardis» (1966: 386). Την απόδοση με το ημιμετοχικό τύπο προτιμά και το LKŽ, π.χ. για το vārinas ‘πεζός, οδηγώντας (τον εαυτό του)’ (LKŽXVIII 190).
Το παράδειγμα (13) με την «μετάφραση» του Zinkevičius (13 a) παρατίθεται και από τον Schmalstieg: «Τα λιθουανικά ρηματικά επίθετα σε -inas θεωρούνται επίσης μερικές φορές μετοχές» (Schmalstieg 2000: 375). Και εδώ δεν επιχειρείται να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το είδος της μετοχής.
Τα ακόλουθα παραδείγματα δείχνουν ρητά την όμοια χρήση των τύπων σε -ina(s) και των ημιμετοχών σε -dama(s):
(14) Pasakė, kad mamą arkliu užmušė, tai visu keliu tekina ir rėkdama du namo SLM (LKŽXV 1122). «[Κάποιος] είπε ότι τη μαμά τη σκότωσε το άλογο, κι εκείνη έτρεξε όλο τον δρόμο προς το σπίτι φωνάζοντας και βιαστικά».
(15) Bėgčiau per dvarą tekina, skųsčiaus močiutei verkdama στίχοι τραγουδιού, NIEM 30· (LKŽXV 1122). «Θα έτρεχα βιαστικά μέσα από το κτήμα, κλαίγοντας θα παραπονιόμουν στη γιαγιά για τα βάσανά μου».
Έτσι διαγράφεται η αντιστοίχιση με τις ημιμετοχές (pusdal yvis).
3. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ
Lietuvių kalbos gramatika και ο Zinkevičius διαπιστώνουν ότι οι υπό συζήτηση λέξεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στη Σαμογιτία (Zinkevičius 1966: 385· Ulvydas, Hrsg., 1965: 564) και στη λογοτεχνική γλώσσα (Ulvydas, Hrsg., 1976: 243). Ο Palionis, στο σχόλιό του για τον Jablonskis, περιορίζεται στην παρατήρηση ότι «ο τύπος χρησιμοποιείται κάπως συχνότερα στη Σαμογιτία» (Jablonskis 1957: 676).
Αφορμή για την παρούσα έρευνα στάθηκαν, ωστόσο, το παράδειγμα (1) και άλλες αντίστοιχες χρήσεις του nešinas στο Balanos gadyne του Katkus, ο οποίος κατάγεται από το Ažytėnai, στην υποδιάλεκτο Šiauliai της δυτικής Άουκσταϊτιας, καθώς και αρκετά παραδείγματα του Šeškauskas (6), που χρησιμοποιεί συχνά το tek inas:
(16) Tik mama pamatė, apsisuko, tekina namo (Šeškauskas, I).
Page 7Nešinas, vedinas, tekínas
25
«Η μαμά μόλις το είδε, γύρισε και [πήγε] τρέχοντας στο σπίτι».
Ενώ στο (16) θα ήταν δυνατόν, αντί για τη μηδενική πραγμάτωση ενός ρήματος κίνησης, να θεωρηθεί και το tekina ως γ΄ πρόσωπο του tekinti (με εναλλαγή, βέβαια, στη χρήση των χρόνων, η οποία είναι, ωστόσο, γνωστή ως εκφραστικό υφολογικό μέσο στις αφηγήσεις, ιδίως στα παραμύθια), το παραπάνω παράδειγμα (6) δεν επιτρέπει αυτή την ερμηνεία. Ο Šeškauskas κατάγεται από το Sargeliai, που βρίσκεται 12 χλμ. από το Ažytenai. Πρόσφατα άκουσα εκεί αρκετούς ανθρώπους να χρησιμοποιούν το nešinas.
Περαιτέρω παραδείγματα από τις άνω λιθουανικές διαλέκτους:
(17) Kažin ko Kazys net bėginas atlekia Trgn (LKŽ, 718). «Ποιος ξέρει γιατί, ο Kazys έφτασε εδώ σπεύδοντας, ακόμη και τρέχοντας».
(18) paskui ją sekdavo „bobutė“, kūdikiu nešina (Kupiškis· Dundulienė 1958: 402). «Την ακολουθούσε η “μαμή”, κουβαλώντας το βρέφος».
(19) Po kiek laiko sugrįžo čebatų glebiu nešinas (Daukniūnų κ., Biržų r.· Balys 2002: 348). «Ύστερα από λίγο επέστρεψε κουβαλώντας μια αγκαλιά μπότες».
(20) Ir už valandelės sugrįžo, daug žiedų nešinas (Daukniūnų κ., Biržų r.· Balys 2002: 348). «Και σε λιγάκι επέστρεψε κουβαλώντας πολλά δαχτυλίδια».
(21) Vis tek inas, vis susirūpinęs (Merkinės apyl.· Vėlius et al. 1970: 395). «Πάντα βιαστικός, πάντα ανήσυχος» (ένας αυτόπτης μάρτυρας για τον V. Krėvė-Mickevičius).
(22) Ενώ εκείνη έκλαιγε, μπαίνει ο πατέρας, κουβαλώντας ψωμί, αλάτι και φωτιά «στον πάτο» (tačės) (Krėvė-Mickevičius 1930: 65). «Ενώ εκείνη έκλαιγε, μπαίνει ο πατέρας κουβαλώντας ψωμί, αλάτι και φωτιά πάνω στον δίσκο».
Το ακόλουθο παράδειγμα:
(23) Todėl taip skubinas, kad be krikštų nen umirtų... (Slančiauskas 1975: II 277). «Γι’ αυτό βιάζεται τόσο, για να μην πεθάνει χωρίς βάπτισμα»
μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους: είτε ως χρήση των μετοχών χαρακτηριστική του Slančiauskas («Σχεδόν όλα τα παραμύθια είναι γραμμένα στη γλώσσα με τις μετοχές, που αγαπιέται ιδιαίτερα στην περιοχή», Vėlius 1974: 35), με παράλειψη του «κανονικού» ρηματικού τύπου —εδώ, μηδενική πραγμάτωση των esti, daryti ή veikti— όπως είναι εντελώς συνηθισμένο στον Slančiauskas. Μπορεί, όμως, στο (23) να θεωρηθεί και το skubinas(i) τύπος του skubintis.
Στο Dictionarium trium linguarum βρίσκει κανείς την εξής καταχώριση:
(24) Λατ. Volu, cursu magno feror. Λιθ. Tekinomis eymi / Szokinomis teku / Skubinomis / Skubiey braukiu (Szyrwid 1642: 15)
σε επιθετική μορφή και χρήση.
Page 826
Bernd Gliwa
4. ΧΡΗΣΗ ΜΕ ΟΡΓΑΝΙΚΗ Ή ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ
Ο στίχος του τραγουδιού:
(25) Ruibis [ένας γάτος] tekìnas, paukščiais nešínas, bėgo į kuknelę (στίχος τραγουδιού, KL· LKŽXV 1122).
«Ο Ruibis, τρέχοντας και κουβαλώντας πουλάκια, έτρεξε στην κουζίνα»
με αντικείμενο σε οργανική πτώση έχει αντίστοιχο με αιτιατική στο
(26) Ruibis tekìns, paukštelius nešìns, puolė į kuknikę.
«Ο Ruibis όρμησε τρέχοντας και κουβαλώντας πουλάκια στην κουζίνα». (JD: 628, αρ. 1512· LKŽVIII 707).
Στο πρωτότυπο: tékìns, paukštelùs και nešèns, kuknìkę (JD: 628, αρ. 1512), επομένως είναι αμφίβολο αν η ένδειξη στο LKŽ *nešìns δείχνει εδώ τον σωστό τονισμό. Επιπλέον, το LKŽ εισάγει κόμμα (μετά το tekìns), για να σημειώσει την αλλαγή στίχου της στροφής στην αναθεωρημένη έκδοση (LKŽVIII 707)· στο πρωτότυπο το κόμμα απουσιάζει, καθώς σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει αλλαγή στίχου, αλλά η χρήση του φαίνεται εύλογη. Η κύρια πρόταση είναι: Ruibis puolė į kuknikę. Tekìns Θα μπορούσε κανείς, σε αυτό το πλαίσιο, να θεωρήσει και το tekìns άμεσο προσδιορισμό του Ruibis, άρα επίθετο. Ή, αντίθετα, το tekìnas θα ήταν εδώ επίρρημα που προσδιορίζει το puolė, απολύτως ανάλογα με τα προαναφερθέντα bėga skubìnas ή mes tik tékini užlėkiam στο (6). Περισσότερα παραδείγματα με αιτιατική βρίσκει κανείς στον Büga (1959: 114). Ωστόσο, υπερισχύει η οργανική:
(27) Vieną dieną pro šalį ėjo žydas, nešìnas parduodama dėžute (Kunčinas 1991: 101).
«Μια μέρα πέρασε από εκεί ένας Εβραίος, κουβαλώντας ένα κουτί προς πώληση».
(28) Vyrai pasiraĩtę braido, pančiais, brizgilais nešìni Žem. (LKŽVIII 706).
«Οι άντρες προχωρούσαν μέσα στο νερό με ανασηκωμένα τα ρούχα, κουβαλώντας χαλινάρια και δεσμά».
Η οργανική είναι αρκετά εύλογη στο:
(29) Įėjo pilvų varìnas, ridìnas J.Jabl., Žem. (LKŽXI 537).
«(Εκείνος) μπήκε μέσα σπρώχνοντας και κυλώντας την κοιλιά»,
διότι ο κάτοχος της κοιλιάς τη χρησιμοποιεί, τρόπον τινά ως εργαλείο, για να ανοίξει ίσως την πόρτα ή ακόμη και για να χορέψει έναν χορό της κοιλιάς. Έτσι τίθεται το ερώτημα ποια εκδοχή είναι παλαιότερη: η χρήση της αιτιατικής ή της οργανικής πτώσης. Ενώ η βάδιση με οργανική πτώση > αιτιατική μπορεί να εξηγηθεί ως εξομάλυνση μέσω προσαρμογής στη συνήθη σύνταξη των αντίστοιχων ρημάτων, η χρήση της οργανικής πτώσης εμφανίζεται ως επί το πλείστον χωρίς κίνητρο και μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την παράδοση, χωρίς να είναι προφανές το βαθύτερο νόημά της. Η χρήση της αιτιατικής φαίνεται, λοιπόν, να αποτελεί καινοτομία, ήδη όμως στον Daukša:
Page 9Nešinas, vedinas, tekìnas
| 27
(30) palikiní namũs DAUK. (Būga 1959: 114).
«φεύγοντας από το σπίτι».
Περισσότερα παραδείγματα από την παλαιά λιθουανική λογοτεχνία (Daukša, Bretkūnas) παρατίθενται στο Būga (1959: 114–115), τόσο με οργανική όσο και με αιτιατική ή χωρίς αντικείμενο. Από τα συγκεκριμένα παραδείγματα της παλαιότερης και της νεότερης λιθουανικής λογοτεχνίας δεν μπορεί να συναχθεί σαφής μεταβολή στη χρήση του υπό εξέταση τύπου λέξης, αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που θα εξεταστούν στην ενότητα 6.
5. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ
Τα αμετάβατα ρήματα δεν απαιτούν αντικείμενο, γι’ αυτό και η χρήση τους εδώ μπορεί να χαρακτηριστεί επιρρηματική· πρβλ. (17) Kažin ko Kazys net bēginas atlekia TRGN (LKŽI 718).
(31) Tu, motyn, būk prie ligonio, o tu, Juozai, greitesnis, bėk skubinas ŽEM. (LKŽXII 1110).
«Εσύ, μαμά, μείνε κοντά στον άρρωστο, κι εσύ, Juozas, που είσαι πιο γρήγορος, τρέξε βιαστικά».
Όπως και στο παράδειγμα (23), οι επόμενες περιπτώσεις είναι αμφίσημες, καθώς εδώ είναι πιθανότερο να πρόκειται για οργανική πτώση ουσιαστικού παρά για έναν από τους τύπους που συζητήθηκαν. Στο:
(32) Girtas eina šlitine, o ana bega begine, t. y. tekina J. (LKŽI 718).
«Ο μεθυσμένος προχωρά παραπατώντας, κι εκείνη τρέχει με γοργό βήμα, δηλαδή τρέχοντας»
το bėgine παρουσιάζεται ως επίρρημα: «bėgine adv. begte, bėgtinai, bėgčiomis» (LKŽI 718), μολονότι, απ’ ό,τι φαίνεται, πρόκειται για την οργανική πτώση του ουσιαστικού *bėginė «τρέξιμο, τρόπος βαδίσματος» ή ταυτίζεται με αυτό· πρβλ. riščia «τρέξιμο με μικρά βήματα, τροχασμός» (LKŽXI 681–682)· το riščia θεωρείται, στον ίδιο συντακτικό ρόλο, άλλοτε επίρρημα (Ulvy das, Hrsg., 1976: 503) και άλλοτε οργανική πτώση (Ulvy das, Hrsg., 1976: 504). Το ίδιο ισχύει για το šlitine (ΟΡΓ.): šlitinė «τρόπος βαδίσματος, παραπάτημα...», šlitinỹs «το ίδιο», πρβλ. šlitinas, το οποίο με τη σειρά του χαρακτηρίζεται επίθετο και συνοδεύεται ακριβώς από αυτά τα δύο εύστοχα παραδείγματα:
(33) A reik vyrams taip prisivaryti šlitinims eiti! KRŠ (LKŽXIV 1084).
«Πρέπει τάχα οι άντρες να πιουν τόσο πολύ, ώστε να περπατούν παραπατώντας!»
(34) Atsigeręs orielkelės, ejau šlitins į svirelį (Lied, D 105; LKŽXIV 1084).
«Αφού ήπια αρκετό απόσταγμα, πήγα παραπατώντας στο δωμάτιο».
Όπως βλέπουμε, η ταξινόμηση ως οργανικής ή επιρρήματος είναι αυθαίρετη και καταδεικνύει τα όρια των δυνατοτήτων ταξινόμησης σε μέρη του λόγου· τα όρια είναι ρευστά. Στο (33) ας σημειωθεί ακόμη η συμφωνία στη δοτική των vyrams και šlitinims, εφόσον το τελευταίο δεν αποτελεί παραφθαρμένο οργανικό τύπο.
Page 1028 |
BERND GLIWA
Παρότι λέξεις με τη δομή ρηματική ρίζα + -inas μπορούν ήδη να χρησιμοποιούνται επιρρηματικά: bėga skubinas, κατ’ αναλογία με τους συνήθεις επιρρηματικούς σχηματισμούς σχηματίζονται και γι’ αυτές τύποι σε -ai:
(35) Liepė vaiku nešinai vaikščioti po laukus, kad gydė nu kokliušo ŠtŠ (LKŽVIII 707).
«Διέταξαν να περιφέρεται έξω το παιδί κουβαλώντας κάτι, για να θεραπευτεί από τον κοκκύτη».
(36) Skubinai rašau laišką, kad nelauktumei KrŠ (LKŽXII 1110).
«Έγραψα βιαστικά το γράμμα, για να μην περιμένεις»
ή σχηματισμένοι με οργανική: skubinomis, tekinomis, šokinomis, όπως απαντούν ήδη στον Szyrwid, παράδειγμα (20). Χωρίς παράδειγμα αναφέρεται το «šokinas, -a adj. LsB 398 kuris šokinėja, striksi» (LKŽXV 213), οπότε εδώ δεν μπορεί να εξακριβωθεί η συγκεκριμένη χρήση. Σ’ αυτά ανήκουν αναμφίβολα τα επιρρήματα šokiniu ‘šokinėjant, šuoliuojant; tanzend’ και šokinomis ‘ds.’ (LKŽXV 219). Ο Būga θεωρεί, κατ’ αναλογία με το παράδειγμα (24) του Szyrwid, ότι «παλαιότερα λεγόταν επίσης skubinomis braukiu αντί για bėga skubinas ή bėga tekinas...» (Būga 1959: 115). Αυτό φαίνεται να εννοείται γενικά, σύμφωνα με το οποίο οι κατασκευές με skubinomis, tekinomis, šokinomis είναι παλαιότερες από εκείνες με skubinas, tekinas, šokinas· ο Būga, ωστόσο, δεν αιτιολογεί αυτή την άποψη. Πιθανότερη είναι η αντίστροφη εξέλιξη, καθώς τα επιρρήματα της μορφής skubinom(is) είναι απολύτως συνηθισμένα (Ulvydas, Hrsg., 1971: 431). Επομένως, τα skubinai ή skubinomis θα ήταν επιρρηματοποιημένοι τύποι του skubinas, του οποίου η πραγματική χρήση ως επιρρηματικού ημιμετοχικού τύπου φαίνεται ασυνήθιστη. Αντίθετα, δεν μπορεί να αιτιολογηθεί γιατί θα συνέβαινε η αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή να μετατραπούν τα «κανονικά» επιρρήματα skubinai, skubinomis σε skubinas, χωρίς να συνδέεται με αυτό κάποια καινοτόμος έννοια.
Στην περίπτωση του skubinas υπερισχύει σαφώς η επιθετική χρήση, με προτασσόμενο επίθετο που κλίνεται από κοινού:
(37) Visus skubinus darbus jau prįveikėm GrŽ (LKŽXII 1110).
«Έχουμε ήδη ολοκληρώσει όλες τις επείγουσες εργασίες».
Τέτοια παραδείγματα καθιστούν εύλογη την ταξινόμηση ως επιθέτου, ωστόσο αποτελούν την εξαίρεση, εκτός από την περίπτωση του skubinas. Είναι ενδιαφέρον ότι αντίστοιχες περιπτώσεις δεν αναφέρονται καθόλου στη Lietuvių kalbos gramatika.
6. ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ
Εκ πρώτης όψεως μοιάζει:
(38) Pabroliu vedina nuotaka klonjojas (JR 54, LKŽXVIII 479; JSDII 330).
«Η νύφη υποκλίνεται οδηγώντας τον κουμπάρο».
στην πραγματικότητα ακριβώς έτσι όπως, για παράδειγμα, το (1). Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πρόταση, όπως πράγματι-
Page 11Nešinas, vedinas, tekinas
29
τικά θα έπρεπε να διατυπωθεί με βάση τα έθιμα και τα πραγματικά γεγονότα, θα έπρεπε να είναι διαφορετική: «Η νύφη, την οποία οδηγεί ο κουμπάρος, υποκλίνεται». Επομένως, έχουμε μια κατασκευή όπως στο (11), με το vedina ως φαινομενική παθητική μετοχή. Εφόσον ο κουμπάρος είναι ο δράστης της (μερικής) ενέργειας, θα έπρεπε κανονικά να αναμένει κανείς το pabrolio. Φαίνεται λοιπόν ότι η οργανική πτώση αποτελεί κατάλοιπο της «κανονικής» χρήσης του vedina. Ο Zinkevicius χαρακτηρίζει απλώς «λανθασμένη» μια τέτοια χρήση (1981: 159–160). Πέρα όμως από αυτή την κανονιστική αξιολόγηση της κατάστασης, το ερώτημα δεν είναι αν η χρήση είναι σωστή ή λανθασμένη, αλλά αν επιτελεί τον σκοπό της, δηλαδή αν γίνεται κατανοητή. Κατ’ αρχήν μπορούμε να απαντήσουμε καταφατικά, αν λάβουμε υπόψη ότι το περιεχόμενο της δήλωσης είναι εκ των προτέρων γνωστό στους ακροατές ή στους αναγνώστες, και ότι αυτοί δεν είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τη χρήση του vedina απ’ όσο είναι ο συντάκτης της πρότασης. Επιπλέον, από τα συμφραζόμενα, ιδιαίτερα σαφώς και από τη γερμανική μετάφραση «Brautführer» («οδηγός της νύφης»), αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πρόσωπο αυτό είναι εκείνο που οδηγεί και ότι δεν μπορεί να πρόκειται για παθητική μετοχή. Επομένως, δεν πρόκειται να απορρίψουμε αυτή την πρόταση ως λανθασμένη, αλλά να κατανοήσουμε, μέσα από τέτοιες περιπτώσεις, τις συνθήκες της γλωσσικής εξέλιξης. Όπως ο Büga συγκρίνει (10) Eit mótyna vaikaĭs vedinà «Η μητέρα πηγαίνει οδηγώντας παιδιά» με την παθητική μετοχή (βλ. παραπάνω), μπορεί κανείς να υποθέσει ότι είχε κατανοήσει την πρόταση ως *«Η μητέρα πηγαίνει οδηγούμενη από παιδιά». Την ίδια μοίρα είχε προφανώς και ο Juška.
7. ΤΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Είναι σκόπιμο να επανέλθουμε ακόμη μία φορά στη σημασία του οργανικού αντικειμένου. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το ζήτημα των συντακτικών συνδέσεων και της γενετικής σειράς σε μια κατασκευή:
(39) Ans vãrinas kumele eina J. (LKŽxviii, 190).
«Εκείνος πηγαίνει οδηγώντας μια φοράδα».
με την ελάχιστη συντακτική σύνθεση: υποκείμενο ans, κατηγόρημα eina, ημιμετοχή varinas, οργανικό αντικείμενο kumele. Το Ans eina είναι η πλήρης κύρια πρόταση, ενώ το kumele varinas είναι δευτερεύουσα πρόταση, η οποία σε πολλά παραδείγματα διαχωρίζεται με κόμμα και ακολουθεί. Μορφολογικά, το varinas κληρονομεί τον αριθμό και το γένος του υποκειμένου· σημασιολογικά, το varinas αποτελεί επεξήγηση του eina (για τις αμφίπλευρες συντακτικές σχέσεις των κατασκευών με μετοχές και ημιμετοχές, βλ. Ulvydas, Hrsg., 1976: 530), ένα επίρρημα τρόπου. Ακριβέστερα, το kumele varinas ως σύνολο πρέπει να χαρακτηριστεί επιρρηματική κατασκευή (τρόπου, Ulvydas, Hrsg., 1976: 503–506). Για τη δήλωση του τρόπου μιας ενέργειας χρησιμοποιείται συχνά η οργανική πτώση, όπως και τα επιρρήματα (Ulvydas, Hrsg., 1976: 503–504), τα οποία έχουν πολύ συχνά οργανική προέλευση (Zinkevicius 1981: 173). Αν λάβουμε υπόψη τη διπλή σθένεια αυτής της επιρρηματικής κατασκευής, καθώς και την αδυναμία πραγμάτωσης και των δύο σθενών σε ένα λεξήμα με το δεδομένο σύνολο μορφημάτων, τότε φαίνεται εύλογο να κατανεμηθούν αυτές οι σθένες στα δύο μέρη της επιρρηματικής κατασκευής: τον επιρρηματικό χαρακτήρα τον σηματοδοτεί η οργανική πτώση
Page 1230 |
BERND GLIWA
του αντικειμένου, το οποίο αναλαμβάνει την αντιστοιχία με το υποκείμενο varinas. Αυτό εξηγεί γιατί το αμετάβατο tekìnas κ.λπ. επιρρηματοποιείται γρήγορα σε tekinomis: εδώ λείπει το αντικείμενο που θα μπορούσε να αναλάβει την επιρρηματική σήμανση. Ωστόσο, αυτό δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση σε στενότερη σύνδεση του ans με το varinas, ή του eina με το kumele, γιατί αυτό θα διέλυε την ενότητα kumele varinas, η οποία αναφέρεται από κοινού τόσο στο κατηγόρημα όσο και στο υποκείμενο:
(39 a)
Η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική με τα παραδοσιακά ημιμετοχικά σχήματα όπως το varydamas:
(39 b)
Εδώ η επιρρηματική λειτουργία είναι ασθενέστερη και η δευτερεύουσα θέση της ενέργειας του varydamas σε σχέση με το eina διακρίνεται σαφέστερα απ’ ό,τι στο (39 a) (πρβλ. Ulvydas, Hrsg., 1976: 530)· το βήμα προς μια πραγματική δευτερεύουσα πρόταση δεν είναι μεγάλο:
(39 c) Ο Ans, που οδηγεί τη φοράδα, περπατά.
Αντίθετα, το (39 a) υπογραμμίζει μια σχεδόν ισότιμη κατάταξη των δύο ενεργειών, όπως στο:
(39 d) Ο Ans περπατά και οδηγεί τη φοράδα.
Μπορεί επομένως, με την κατασκευή (39), να μεταδοθεί μια απόχρωση σημασίας, η οποία διατάσσεται ως εξής, ξεκινώντας από την ισοτιμία δύο ενεργειών και φτάνοντας έως την υπαγωγή της μίας ενέργειας στην άλλη: (39 d), (39), (39 b), (39 c).
Από ιστορική σκοπιά, προκύπτει αυθόρμητα η σύγκριση με τη συνδετική λειτουργία της οργανικής πτώσης. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν αυτή η λειτουργία συνεπάγεται αναγκαστικά μια ισότιμη ιεραρχία: *Ans eina ir kumele eina = Ans eina [su] kumele, στο οποίο προστέθηκε η σχέση μεταξύ των δύο: + [kurią] varo = varinas, ή αν μια τέτοια συνδετική οργανική πτώση εμπεριέχει ήδη ιεραρχία, δηλαδή αν το varinas θα ήταν το κύριο ρήμα: *Ans kumele varinas [eina].
8. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΕΞΕΩΝ
Παρατηρείται ότι ως βάση του σχηματισμού εμφανίζονται μόνο πρωτογενή ρήματα· αν πρόκειται πράγματι για δευτερογενή ρήματα, ενδεχομένως varyti, τότε παραλείπεται το συνδετικό φωνήεν
Page 13Nešinas, vedinas, tekìnas
31
: varinas. Σε όλες τις περιπτώσεις, η υποκείμενη ρίζα καταλήγει σε σύμφωνο. Πώς θα μπορούσε να είναι ο αντίστοιχος σχηματισμός με βάση άλλες ρίζες; Χωρίς να εξετάσουμε αρχικά την προέλευση του -inas, πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: η ρίζα καταλήγει (α) σε δίφθογγο, (β) σε απλό φωνήεν. Στην περίπτωση του διφθόγγου θα ήταν ίσως δυνατή η αποσύνθεσή του: *ėjinas: eiti, ακριβώς όπως ėjimas, ή *dovinas: duoti όπως dovana. Στην περίπτωση (β), το φωνήεν της ρίζας και το -i- της κατάληξης θα μπορούσαν να συγχωνευθούν σε δίφθογγο, ή θα μπορούσε να εισαχθεί ένας πρόσθετος φθογγικός σύνδεσμος C/R, πιθανότατα j: *de(C)inas: dėti, dėjo, *lo(C)inas: loti, loja. Τέτοιοι τύποι δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα.
Η κατάληξη -ina(s) θα μπορούσε να προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή *-ₙo- και να συγκριθεί με τους επιθετικούς σχηματισμούς σε -ena-, -ana-· πρβ. λιθ. álkanas, λεττ. alkans, καθώς και λεττ. vedene «νύφη», το οποίο ο Endzelin συνδέει (ως παράγωγο ενός ρηματικού επιθέτου *vedens «οδηγημένος») με το παλαιοβουλγαρικό vedenъ (Endzelins 1951: 293). Αν τα -ena- και -ana- βρίσκονται μεταξύ τους σε βαθμό εναλλαγής, τότε το -ina(s) μπορεί εύκολα να ενταχθεί ως προερχόμενο από τον ασθενή βαθμό *-ₙ-. Η σύγκριση με τις μετοχές ή τα ρηματικά επίθετα άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών είναι προφανής: παλαιοσκανδ. bitinn «δαγκωμένος», πρώιμη παλαιά αγγλ. gibaen «δοσμένος», παλαιοβουλγ. nesenъ «μεταφερμένος» (Krahe 1969: 105· Meier-Brügger 2000: 174, 268) (τα παραδείγματα αυτά, ωστόσο, δεν προέρχονται από *-ₙ-). Από αυτή την κατάσταση θα μπορούσε κανείς να αναμένει τύπους όπως λιθ. *CVna(s) < ινδοευρ. *CV-ₙ-o(s), χωρίς συνδετικό φωνήεν *-i-, αλλά δεν απαντά ούτε ο αντίστοιχος τύπος *dėnas: dėti κ.λπ. Επομένως, δεν είναι σαφές αν αυτός ο ρηματικός τύπος θα μπορούσε ποτέ να έχει υπάρξει ως παράδειγμα κλίσης. Η ύπαρξη πλήρους παραδείγματος κλίσης μπορεί ήδη να αποκλειστεί με μεγάλη βεβαιότητα.
Ο σχηματισμός, ωστόσο, είναι μάλλον παλαιός. Για παράδειγμα, το tekìnas, που έχει διατηρηθεί απομονωμένο και χρησιμοποιείται ως η μοναδική λέξη αυτού του τύπου από τον Šeškauskas, υποδηλώνει ένα υποκείμενο ρήμα *tekti «βιάζομαι, τρέχω», το οποίο δεν έχει μαρτυρηθεί (για το θέμα αυτό στο ινδοευρωπαϊκό πλαίσιο, Jakulis 2003: 33), αλλά μαρτυρείται ότι υπήρξε και μέσω άλλων παραγώγων: tekioti «τρέχω (εδώ κι εκεί)», tekininkas «δρομέας», tekūnas «δρομέας, αγγελιαφόρος», tekýnė «αγώνας δρόμου», tekìnė «άνοιγμα πτήσης στην κυψέλη», πρβ. laka «το ίδιο»: lekti «βιάζομαι, πετώ» (LKŽₓᵥ 1122–1124, 1163). Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το tēkis «αρσενικό ζώο, ιδίως για αναπαραγωγή» (LKŽₓᵥ 1130), το οποίο έχει σημασιολογικό παράλληλο στο γερμ. läufig «έτοιμος για ζευγάρωμα, συνήθως για σκύλα» (πρβ. Kluge 1999: 506). Ενώ οι ημιμετοχές είναι συγκριτικά πρόσφατες (Ulvydas, Hrsg., 1971: 378, §614): vesdamas ← vesti, με *-d- + *-ti > -sti, το vedinas, που βασίζεται στη ρίζα ved-, θα μπορούσε να είναι σαφώς παλαιότερο.
Για την ταξινόμηση των υπό εξέταση τύπων στα επίθετα ή στις μετοχές, ενδιαφέρουν επίσης οι διαφορές στις απόψεις σχετικά με την προτεραιότητα αυτών των μερών του λόγου γενικότερα. Ενώ ο Ambrazas υπογραμμίζει ότι πρωτογενής είναι ο σχηματισμός των επιθέτων, από τον οποίο σταδιακά προέκυψε μια μετοχή με κλιτικό παράδειγμα (Ambrazas 1993: 58κ.ε., 2000: 161), ο Krahe βλέπει το ζήτημα ακριβώς αντίστροφα: «Πολλές αρχικές μετοχές αποσπάστηκαν από το ρήμα τους και έγιναν αυτοτελή επίθετα...» (Krahe 1969: 105). Το πρόβλημα μάλλον έγκειται στο ότι το ρηματικό σύστημα παρουσιάζεται συνήθως συγχρονικά, δηλαδή ως ένα ολοκληρωμένο κλιτικό παράδειγμα με κανόνες σχηματισμού των επιμέρους τύπων, ενώ ο σχηματισμός των επιθέτων περιγράφεται συνήθως διαχρονικά. Έτσι, το επίθετο είναι αμέσως «ολοκληρωμένο»,
Page 1432 |
B E R N D G L I W A
παρότι υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστικοί σχηματισμοί, ενώ η μετοχή θεωρείται ολοκληρωμένη μόνο όταν ισχύει ως κλιτικό παράδειγμα για όλα τα ρήματα. Και, όπως αποδεικνύεται εδώ, αυτό δεν είναι καθόλου αναγκαίο. Όπως υπάρχουν πολλές δυνατότητες για επιθετικούς σχηματισμούς με το ίδιο τελικό νόημα, έτσι μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής για μία και την ίδια μετοχή. Οι μετοχές δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζονται ως πλήρες κλιτικό παράδειγμα, όπως, για παράδειγμα, το υπό εξέταση nešinas.
9. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα nešinas, bėginas, vedinas αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό, ως προς τη συντακτική χρήση, στις ημιμετοχές nešdamas, bėgdamas, vesdamas. Επομένως, θα ήταν σκόπιμο να ταξινομηθούν και να εξεταστούν από κοινού με τις ημιμετοχές σε μια (συγχρονική) γραμματική της λιθουανικής. Όταν εμφανίζονται χωρίς περαιτέρω συνάψεις, δηλαδή ιδίως οι σχηματισμοί από αμετάβατα ρήματα κίνησης, όπως τα bėginas, tekínas, συμπίπτουν συντακτικά με τα επιρρήματα ή με τα επιρρηματικά μετοχικά μορφήματα που ονομάζονται «būdinys» (Ulvydas, Hrsg., 1971: 421–424), με αποτέλεσμα η κατάληξη να επιρρηματοποιείται. Επομένως, για τα αμετάβατα ρήματα έχει ήδη προχωρήσει η ένταξη στις συνήθεις κατηγορίες των επιρρημάτων. Πολύ σπανιότερα μετατρέπονται σε κανονικό επίθετο· χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το skubinas.
Η χρήση με αντικείμενο σε οργανική πτώση, που αποτελεί τη μοναδική διαφορά από τις ημιμετοχές σε -damas, μπορεί να σχετίζεται με την επιρρηματική χρήση της κατασκευής kumele varinas σε συνδυασμό με το eina. Αντίθετα, η χρήση με αντικείμενο σε αιτιατική πτώση αποτελεί πιθανότατα καινοτόμο προσαρμογή στην πτώση που απαιτεί το ρήμα, μια πρώιμη καινοτομία, η οποία απαντά ήδη στον Daukša.
Ο σχηματισμός με βάση πρωτογενή ρήματα των οποίων η ρίζα καταλήγει σε σύμφωνο ή ημίφωνο υποδηλώνει ελλιπές κλιτικό παράδειγμα της μετοχικής μορφής· δεν συναντήθηκαν σχηματισμοί που βασίζονται σε ρίζες διαφορετικές από εκείνες που αναφέρθηκαν.
Δεν υπάρχει καμία δυσκολία να αναβιώσει κανείς τον τύπο και να τον χρησιμοποιήσει με κατάλληλα ρήματα.
Επιβεβαιώνεται η άποψη του Palionis, σύμφωνα με την οποία οι τύποι αυτοί χρησιμοποιούνται κυρίως στην Κάτω Λιθουανία· πρέπει να απορριφθεί ο αποκλειστικός περιορισμός που προτείνουν άλλοι συγγραφείς.
Σ Υ Ν Τ Ο Μ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Ε Σ Π Η Γ Ω Ν
(στον βαθμό που παρατέθηκαν σύμφωνα με τα Lietuvių kalbos žodynas και Lietuvių kalbos gramatika)
BP – Posilla... per Jana Bretkuna...
D – S. Daukantas, 1846, Dajnes žemaitiu...
DAUK. – S. Daukantas, έργα.
GRŽ – Grūžiai, επαρχία Pasvalys.
J. – Литовский словарь А. Юшкевича, 1897–1922.
J. JABL. – Jonas Jablonskis, έργα.
Page 15Nešinas, vedinas, tekinas
33
JR – Svotbinė rėda... από τον Antanas Juškevičius.
Kl. – Kuliai, επαρχία Plungė.
KrŠ – Kuršėnai, επαρχία Šiauliai.
Lkv – Laukuva, επαρχία Šilalė.
LsB – Die Bildung der Nomina im Litauischen von August Leskien. Leipzig, 1891.
NIEM – Λιθουανικά δημοτικά τραγούδια από το χειρόγραφο κατάλοιπο του καθηγητή J. J. Mikkola, Ελσίνκι, 1949.
OB – Obeliai, επαρχία Rokiškis.
Šts – Šatės, επαρχία Skuodas.
Trgn – Tauragnai, επαρχία Utena.
Trk – Tirkšliai, επαρχία Mažeikiai.
Tt – Tytuvėnai, επαρχία Kelmė.
V. Krėv. – Vincas Krėvė, έργα.
Žem. – Žemaitė, έργα.
ΛΟΙΠΕΣ ΠΗΓΕΣ
Balys, J. 2002: Raštai III, Vilnius: Lietuvių literatūros ir tautosakos institutas.
Dundulienė (Glemžaitė), E. 1958: Kup iškėnų senovė, Vilnius: Valstybinė grožinės literatūros leidykla.
JD = Juška, A., Hrsg., 1954: Lietuviškos dainos I–III (hier Bd. III), Vilnius: Valstybinė grožinės literatūros leidykla. [Reprint des Originals von 1882.]
JSD = Juška, A. und Juška, J., Hrsg., 1955: Lietuviškos svotbinės dainos I–II, Vilnius: Valstybinė grožinės literatūros leidykla. [Reprint der Originale von 1880, 1883, 1900.]
Katkus, M. 1989: Bal anos gadynė, Vilnius: Vaga.
Krėvė-Mickevičius, V. 1930: Dzūkų vestuvės. Mūsų tautosaka 2, 17–93.
Kunčinas, J. (Übers.) 1991: Albanų pasakos, Vilnius: Vyturys.
Vėlius, N. et al. (Hrsg.) 1970: Merk inė, Vilnius: Vaga.
Vėlius, N. 1974: Matas Słančiauskas ir jo pasakos. (Vorwort) In: Słančiauskas 1974: 9–36.
Słančiauskas, M. 1974: Šiaurės Lietuvos pasakos, Vilnius: Vaga.
Słančiauskas, M. 1975: Šiaurės Lietuvos sakmės ir anekdotai, Vilnius: Vaga.
Šeškauskas, J. (°1933, Sargeliai) 2000–2003: Prisiminimai. (Archiv des Autors, Tonträger I–VI.)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ambrazas, S. 1993: Daiktavardžio darybos raida, Vilnius: Mokslo ir enciklopedijų leidykla.
Ambrazas, S. 2000: Daiktavardžio darybos raida II, Vilnius: Mokslo ir enciklopedijų leidybos institutas.
Ambrazas, V. 2001: Lietuvių kalbos pasyvo raidos bruožai. Acta Linguistica Lithuanica 45, 11–38.
Būga, K. 1959: Rinktiniai raštai II, Vilnius: Poltinės ir mokslinės literatūros leidykla.
Conrad, R., Hrsg., 1978: Kleines Wörterbuch sprachwissenschaftlicher Termini, Leipzig: VEB Bibliographisches Institut.
Endzelins, J. 1951: Latviešu valodas gramatika, Rīga: Latvijas Valsts izdevniecība.
Jablonskis, J. 1957: Rinktiniai raštai I. Hrsg. von J. Palionis, Vilnius: Valstybinė grožinės literatūros leidykla.
Jakulis, E. 2003: Veiksmažodžių tekėti, braškėti ir varvėti kilmė. Materiały XXXII międzynarodowej filologicznej konferencji, Vypusk 1, Sekcija Baltistiki, 33–34. St. Peterburg: Philologische Fakultät der Staatlichen Universität St. Peterburg.
Kluge, F. 1999: Etymologisches Wörterbuch der deutschen Sprache. 23. erw. Auflage, bearbeitet von E. Seebold, Berlin, New York: W. de Gruyter.
Page 1634 |
Bernd Gliwa
Krahe, H. 1969: Germanische Sprachwissenschaft III. Wortbildungslehre. 7. Auflage, bearbeitet von Meid, W., Berlin, New York: W. de Gruyter.
Lyberis, A. et al., Hrsg., 1979: Pirmasis lietuvių kalbos žodynas, Vilnius: Mokslas.
LKŽ = Λεξικό της λιθουανικής γλώσσας I–XX, Βίλνιους: Mintis, Mokslas, Mokslo ir enciklopedijų leidybos institutas, Lietuvių kalbos institutas, 1956–2002.
Meier-Brügger, M. 2000: Indogermanische Sprachwissenschaft. 7., völlig neubearbeitete Auflage unter Mitarbeit von Matthias Fritz und Manfred Mayrhofer, Berlin, New York: Walter de Gruyter.
Rix, H. et al. 2001: Lexikon der indogermanischen Verben, Wiesbaden: Reichert.
Schmalstieg, W. 2000: The Historical Morphology of the Baltic Verb. (= Journal of Indo-European Studies, Monograph 37.)
Szyrwid, C. 1642: Dictionarium trium linguarum. Facsimile reprint in: Lyberis 1979: 95–658.
Tarvydas, J. 1961: Dėl veiksmažodinių būdvardžių vedinas, nešinas ir kitų vartojimo. Kalbos kultūra 1, 43–44.
Ul vydas, K. et al., Hrsg., 1965, 1971, 1976: Lietuvių kalbos gramatika I–III, Vilnius: Mintis, Mokslas.
Zinkevičius, Z. 1966: Lietuvių dialektologija, Vilnius: Mintis.
Zinkevičius, Z. 1981: Lietuvių kalbos istorinė gramatika II, Vilnius: Mokslas.
Bernd Gliwa Sargeliai, LT 4404 Žaiginys [email protected]
Παρελήφθη 2003 02 25